Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ

Η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία (ΠΑ) είναι ο τρίτος κατ' αρχαιότητα Κλάδος των Ελληνικών Ένοπλων Δυνάμεων που αποτελεί και την πολεμική αεροπορική ισχύ της Ελλάδας. Πρώτιστη αποστολή της Πολεμικής Αεροπορίας είναι η φύλαξη και προστασία του ελληνικού εναέριου χώρου από κάθε είδους παραβιάσεις, η παροχή εναέριας υποστήριξης σε επιχειρήσεις τόσο στον Ελληνικό Στρατό όσο και το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό και παράλληλα η έρευνα και διάσωση, πυρόσβεση, καθώς και η παροχή κάθε δυνατής ανθρωπιστικής βοήθειας ακόμα και σε άλλες χώρες όταν παρίσταται έκτακτη ανάγκη. 




Κατά την περίοδο της Βασιλευομένης Δημοκρατίας η αεροπορική δύναμη ονομαζόταν Ελληνική Βασιλική Αεροπορία (EBA).

Το σύνθημα της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας είναι «Αίεν Υψικρατείν», το οποίο σημαίνει «Πάντοτε να κυριαρχείς στα ύψη», φράση που αποδίδεται στον Αντισμήναρχο (αργότερα Υποπτέραρχο) Σπύρο Παπασπύρο, διοικητή του Κέντρου Κατάταξης στη Βάση της Γάζας, ο οποίος με τη φράση αυτή, στην Ημερήσια Διαταγή της 5ης Οκτωβρίου 1941, καλωσόρισε στην Αίγυπτο το προσωπικό της 335 Μοίρας, της πρώτης Ελληνικής Μοίρας μαχητικών αεροσκαφών στη Μέση Ανατολή. 

Το έμβλημα της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας αναπαριστά αετό σε πτήση μπροστά από το κυκλικό διακριτικό της. Η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία ιδρύθηκε το 1911 και μετράει 100 χρόνια ιστορίας. Οι πρώτες προσπάθειες εισαγωγής της αεροπορίας στην Ελλάδα ανήκουν στον Πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, τη συνεισφορά του οποίου η Ελληνική Κυβέρνηση αναγνώρισε το 2000, δίνοντας το όνομά του στον νέο Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών.

Ίδρυση 

Το 1911 η Ελληνική Κυβέρνηση ανέθεσε σε Γάλλους ειδικούς τη δημιουργία Ελληνικής Αεροπορικής Υπηρεσίας. Έξι αξιωματικοί στάλθηκαν στη Γαλλία για να εκπαιδευτούν ως πιλότοι, ενώ παραγγέλθηκαν τα πρώτα αεροπλάνα τύπου Farman. Στις 8 Φεβρουαρίου 1912 ο Εμμανουήλ Αργυρόπουλος έγινε ο πρώτος Έλληνας αεροπόρος πετώντας με ένα αεροσκάφος Nieuport IV.G. Alcuin. Στη δεύτερη πτήση που εκτέλεσε ο Αργυρόπουλος την ίδια μέρα, πέταξε με τον τότε Πρωθυπουργό της χώρας Ελευθέριο Βενιζέλο.

Η πρώτη στρατιωτική πτήση έγινε στις 13 Μαΐου 1912 από τον Υπολοχαγό Δημήτριο Καμπέρο με το πρώτο στρατιωτικό αεροπλάνο της Ελλάδας τύπου Farman. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους ο Καμπέρος πέταξε με τον «Δαίδαλο», το αεροσκάφος Farman το οποίο είχε μετασκευαστεί σε υδροπλάνο, θέτωντας έτσι τις βάσεις της Ναυτικής Αεροπορίας. Τον Σεπτέμβριο ο Ελληνικός Στρατός απέκτησε την πρώτη του πολεμική αεροπορική μονάδα, τον «Λόχο Αεροπόρων», με έδρα τη Λάρισα.


Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ 

Η Εμφάνιση του Αεροπλάνου στην Ελλάδα (1911-1912)

Η εμφάνιση του αεροπλάνου στην Ελλάδα οφείλεται αρχικά στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Πρωτεργάτης ήταν ο θεατρικός επιχειρηματίας Λεωνίδας Αρνιώτης, ο οποίος έκανε το 1908 δύο δημόσιες ανεπιτυχείς προσπάθειες απογείωσης του αεροπλάνου του, τύπου Bleriot, με κινητήρα των 30 ίππων, με μοναδικό αποτέλεσμα τελικά, την καταστροφή του αεροσκάφους. Ο πρώτος Έλληνας αεροπόρος που πέταξε στη χώρα μας ήταν ο Εμμανουήλ Αργυρόπουλος. 

Η πρώτη του πτήση έγινε την 8η Φεβρουαρίου 1912, στην περιοχή του Ρούφ με αεροπλάνο τύπου Nieuport IV.G. Ο Εμμανουήλ Αργυρόπουλος εκτέλεσε μετά την επιτυχία του αυτή, δεύτερη πτήση με επιβάτη τον τότε πρωθυπουργό, Ελευθέριο Βενιζέλο. Τον ίδιο δρόμο των εντυπωσιακών επιδείξεων επέλεξε και ο δημοσιογράφος Αλέξανδρος Καραμανλάκης με αεροσκάφος Bleriot. Στην προσπάθεια του να εντυπωσιάσει ο Καραμανλάκης, επέλεξε να εκτελέσει ναυτιλιακό ταξίδι από την Αθήνα στο Ρίο της Πάτρας, εγχείρημα ιδιαίτερα τολμηρό για τα δεδομένα της εποχής. 

Η έλλειψη πείρας και οι ισχυροί άνεμοι τον οδήγησαν σε αναγκαστική προσθαλάσσωση στον Κορινθιακό κόλπο, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τον πνιγμό του. Παράλληλα, με την ιδιωτική πρωτοβουλία και στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας από Γαλλική στρατιωτική αποστολή, τον Απρίλιο του 1911, ξεκίνησε η προσπάθεια συγκρότησης Αεροπορικών Υπηρεσιών.

Το Δεκέμβριο του 1911 αναχώρησαν για τη Γαλλία, οι Υπολοχαγοί Δημήτριος Καμπέρος και Μιχαήλ Μουτούσης, μαζί με τον Ανθυπίλαρχο Χρήστο Αδαμίδη, προκειμένου να εκπαιδευτούν ως Αεροπόροι στη σχολή των αδελφών Farman, στην Etampes, κοντά στο Παρίσι. Τον Απρίλιο του 1912 ακολούθησαν οι Υπολοχαγοί Λουκάς Παπαλουκάς, Μάρκος Δράκος και ο Ανθυπίλαρχος Πανούτσος Νοταράς. Ταυτόχρονα παραγγέλθηκαν τα πρώτα τέσσερα αεροσκάφη τύπου Henry Farman ΙΙΙ. 

Η πρώτη στρατιωτική πτήση πραγματοποιήθηκε από τον Υπολοχαγό Δημήτριο Καμπέρο στις 13 Μαΐου 1912. Στο Φάληρο, εκεί που σήμερα είναι το Μουσείο Ιστορίας της Πολεμικής Αεροπορίας. Πτήσεις πραγματοποιήθηκαν και στα μεγάλα στρατιωτικά γυμνάσια της περιόδου μέχρι τις 19 Μαΐου 1912. Το αεροπλάνο γρήγορα έδειξε την αξία του στις επιχειρήσεις του Στρατού και με δεδομένη τη θαλάσσια γεωγραφική διαμόρφωση της Ελλάδας ξεκίνησαν το 1912 οι προσπάθειες δημιουργίας ναυτικής Αεροπορίας. 

Να σημειωθεί ότι ο Δημήτριος Καμπέρος μετέτρεψε ένα από τα πρώτα Henry Farman σε υδροπλάνο και το δοκίμασε επιτυχημένα στη διαδρομή Φάληρο – Ύδρα – Φάληρο, στις 24 & 25 Ιουνίου 1912, δείχνοντας τις δυνατότητες χρήσης του αεροπλάνου ως μέσου αεροναυτικής συνεργασίας.

Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-1913) 

Η έναρξη του Α΄ Βαλκανικού πολέμου συνέπεσε με τη συγκρότηση του «Λόχου Αεροπορίας» στη Λάρισα, το Σεπτέμβριο του 1912, ο οποίος υπαγόταν κατ' ευθείαν στον Αρχιστράτηγο μέσω του Γενικού Επιτελείου. Στη δύναμή του εντάχθηκαν άμεσα οι Αεροπόροι Δημήτριος Καμπέρος, Μιχαήλ Μουτούσης, Παναγιώτης Νοταράς και Χρήστος Αδαμίδης, μαζί με τα τέσσερα αεροσκάφη Henry Farman ΙΙΙ. 

Λόγω της ανεπάρκειας των αεροσκαφών αυτών για πολεμικές επιχειρήσεις παραγγέλθηκαν τα βελτιωμένα Maurice Farman M.F.7 και Henry Farman HF.20, ενώ κατατάχθηκε με το βαθμό του Ανθυπολοχαγού του Μηχανικού ο Εμμανουήλ Αργυρόπουλος, ο οποίος έφερε μαζί του το αεροσκάφος του, τύπου Nieuport IV.G.

Την 5η Οκτωβρίου 1912 πραγματοποιήθηκε η πρώτη πολεμική αποστολή στα αεροπορικά χρονικά της Ελλάδας, όταν ο Υπολοχαγός Δημήτριος Καμπέρος εκτέλεσε αναγνώριση των Οθωμανικών στρατευμάτων στην περιοχή της Ελασσόνας. Τις επόμενες ημέρες οι αποστολές επαναλήφθηκαν, προσφέροντας πολύτιμες πληροφορίες, ενώ τα αεροσκάφη βομβάρδιζαν τις Οθωμανικές δυνάμεις με αυτοσχέδιες βόμβες, που είχαν μικρή αποτελεσματικότητα αλλά σημαντική ψυχολογική επίδραση.

Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης στις 26 Οκτωβρίου 1912 από τον Οθωμανικό ζυγό, πρόσθεσε στο δυναμικό «Λόχου Αεροπορίας» ένα αεροπλάνο τύπου Bleriot XI με κινητήρα 50hp, το οποίο πετούσε μισθωμένος Γάλλος αεροπόρος, επ' ωφελεία του Οθωμανικού Στρατού. Όταν ο Ελληνικός Στρατός απελευθέρωσε την πόλη το αεροπλάνο κατασχέθηκε και ο Γάλλος ιδιοκτήτης του απελάθηκε.


Κατόπιν, οι επιχειρήσεις μεταφέρθηκαν στο μέτωπο της Ηπείρου, όπου δέσποζαν τα οχυρά του Μπιζανίου. Ο «Λόχος Αεροπορίας» έδρασε ενισχυμένος με συνολικά 4 Maurice Farman M.F.7. Η πρώτη αποστολή στο Μπιζάνι εκτελέστηκε στις 5 Δεκεμβρίου 1912 από τον Υπολοχαγό Μιχαήλ Μουτούση, ο οποίος αναγνώρισε και βομβάρδισε τις θέσεις του Οθωμανικού Στρατού. Οι αποστολές συνεχίστηκαν μέχρι την απελευθέρωση των Ιωαννίνων την 21η Φεβρουαρίου 1913.

Ανάλογη προσπάθεια χρησιμοποίησης αεροσκαφών έγινε κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων και από το Ναυτικό. Την 11η Νοεμβρίου 1912 παραδόθηκε ένα υδροπλάνο τύπου Astra Hydroplane, το οποίο μεταφέρθηκε στη Λήμνο αλλά κατά τις δοκιμές αποδείχτηκε αποτυχημένο. Τότε κλήθηκε ο Υπολοχαγός Μουτούσης με αεροσκάφος Maurice Farman Hydravion, ο οποίος μαζί με τον Ανθυποπλοίαρχο Αριστοτέλη Μωραϊτίνη εκτέλεσαν την πρώτη στον κόσμο επιχείρηση προσβολής πλοίων την 24η Ιανουαρίου 1913.

Αυτή περιλάμβανε την αναγνώριση της δύναμης του τουρκικού στόλου, στη βάση του στο Ναγαρά, στα Δαρδανέλια και τον βομβαρδισμό με χειροβομβίδες των εγκαταστάσεων. Η αποστολή είχε σημαντικό ψυχολογικό αντίκτυπο και απέδωσε σημαντικές πληροφορίες, ανοίγοντας το δρόμο για την αξιοποίηση του αεροπορικού όπλου σε αεροναυτικές επιχειρήσεις.

Το ενδιαφέρον στράφηκε εκ νέου στη Μακεδονία, όπου υπέβοσκε ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος. Στην περιοχή ο Αργυρόπουλος πέταξε αρκετές αναγνωριστικές αποστολές με ορμητήριο, το πεδίο προσγείωσης Λεμπέτ (σημερινή Ευκαρπία) στη Θεσσαλονίκη. Ο πρωτοπόρος αεροπόρος σκοτώθηκε με το αεροπλάνο – λάφυρο τύπου Bleriot XI, μαζί με τον διανοούμενο, ποιητή και οπλαρχηγό Κωνσταντίνο Μάνο, όταν έπεσαν σε καταιγίδα στην περιοχή του Λαγκαδά, την 4η Απριλίου 1913.

Κατά τον Β΄ Βαλκανικό πόλεμο η συμμετοχή των αεροσκαφών ήταν μικρή λόγω τις φύσης των επιχειρήσεων.

Α' Παγκόσμιος Πόλεμος (1914-1918) 

Η Στρατιωτική Αεροπορία 

Η ανάπτυξη Στρατιωτικής Αεροπορίας συνεχίστηκε και μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Την 16η Αυγούστου 1913, η πόλη της Θεσσαλονίκης ορίστηκε ως η έδρα του «Λόχου Αεροπορίας» που υπαγόταν στο Μηχανικό και τελούσε υπό τις διαταγές του Διοικητή του Γ' Σώματος Στρατού. Από την 23η Δεκέμβριου 1913, ο «Λόχος Αεροπορίας» υπήχθη στο Υπουργείο Στρατιωτικών με Διοικητή τον Λοχαγό Δημήτριο Καμπέρο και έδρα το αεροδρόμιο Λεμπέτ (σημερινή Ευκαρπία).

Τον Οκτώβριο του 1915, ο «Λόχος» μετονομάστηκε σε Αεροπορική Υπηρεσία Στρατού (ΑΥΣ). Η αρχική ουδετερότητα της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (ΠΠ) σε συνδυασμό με την πολιτική κρίση που ακολούθησε, επέφερε την επέμβαση των δυνάμεων της Αντάντ στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα την σύμπτυξη της ΑΥΣ στο Αμύνταιο Φλώρινας και κατόπιν στη Ν. Ελλάδα.

Η είσοδος της Ελλάδας στον Α΄ ΠΠ τον Ιούνιο του 1917 σηματοδότησε και τη δραστική δραστηριοποίηση της ΑΥΣ με τη βοήθεια των Γάλλων υπό τον Γάλλο Ταγματάρχη Denain, με τη βοήθεια του Ανθυπίλαρχου Αλέξανδρου Ζάννα, αεροπόρου και μετέπειτα Υπουργού Αεροπορίας.


Οι Γάλλοι είχαν αναπτύξει σημαντική δραστηριότητα στην περιοχή Θεσσαλονίκης, οργανώνοντας 8 αεροδρόμια και ένα προωθημένο εργοστάσιο βάσης (Όρχος Αεροπορίας). Στις εγκαταστάσεις του αεροδρομίου Σέδες άρχισε κάτω από Γαλλική διοίκηση η εκπαίδευση των πρώτων αεροπόρων και τεχνικών την 4η Σεπτεμβρίου 1917. Το Νοέμβριο του 1917, η ΑΥΣ επανήλθε στη Θεσσαλονίκη. Μετά την εκπαίδευση των στελεχών από τους Γάλλους η ΑΥΣ μετατράπηκε το 1918 σε διακριτό Σώμα Αεροπορίας, ισότιμο με τα υπόλοιπα όπλα του Ελληνικού Στρατού.

Η πρώτη Ελληνική Μοίρα ήταν η 532 Μοίρα Αναγνώρισης. Επιχειρούσε στην περιοχή της Γοργόπης (κοντά στην Αξιούπολη), στον Αξιό ποταμό από την 10η Δεκεμβρίου 1917 με δυναμικό 12 αεροσκάφη Dorand A.R.1 και λίγα Breguet 14A2/Β2. Αρχικά το προσωπικό ήταν μικτής εθνικότητας (Γάλλοι και Έλληνες), ενώ σταδιακά η Μοίρα στελεχώθηκε μόνο με Έλληνες αεροπόρους μέχρι το Σεπτέμβριο του 1918.

Ακολούθησε η 531 Μοίρα Δίωξης, η οποία συγκροτήθηκε την 13η Μαρτίου 1918 και επιχειρούσε στην ίδια περιοχή με αεροσκάφη Nieuport 24bis και Spad VII/XIII. Η διοίκησή της προσφέρθηκε τιμητικά στον Ανθυπίλαρχο Αλέξανδρο Ζάννα. Με έδρα το Δημητρίτσι Σερρών συγκροτήθηκε και η 533 Μοίρα Αναγνώρισης και Βομβαρδισμού (ΜΑΒ) την 1η Ιουνίου 1918. Η τελευταία Ελληνική Μοίρα του πολέμου ήταν η 534 Μοίρα Αναγνώρισης, η οποία συγκροτήθηκε το Σεπτέμβριο του 1918 στο Λεμπέτ (σημερινή Ευκαρπία). Επιπλέον βοηθητικές υπηρεσίες ανέπτυξε η ΑΥΣ στο Μικρό Καραμπουρνού της Θεσσαλονίκης.

Σημαντική ήταν η συμβολή των Ελληνικών Μοιρών στη μάχη του Σκρά ντι Λέγκεν, όπου ανέλαβαν αποστολές ρύθμισης των βολών πυροβολικού, βομβαρδισμού και αναγνώρισης του μετώπου, υποστηρίζοντας την επίθεση των Μεραρχιών του Ελληνικού Στρατού. Με την προσθήκη της 533 ΜΑΒ, οι επιχειρήσεις συνεχίστηκαν ανατολικότερα και βορειότερα, όπου και συμπτύσσονταν οι δυνάμεις Γερμανών και Βουλγάρων.

Μετά τη σύναψη ανακωχής από τη Βουλγαρία (30 Σεπτεμβρίου 1918) και την Οθωμανική Αυτοκρατορία (20 Οκτωβρίου 1918), η 531 Μοίρα διαλύθηκε στο αεροδρόμιο της Μίκρας τον Οκτώβριο του 1918, ενώ η 534 Μοίρα εστάλη στη Ρωσία προς ενίσχυση της συμμαχικής εκστρατείας το 1919. Παράλληλα η 533 Μοίρα παρέλαβε αεροσκάφη Breguet 14A2/Β2. Μετά τη λήξη του πολέμου οι εγκαταστάσεις πέρασαν στην κυριότητα της ΑΥΣ.

Η Ναυτική Αεροπορία 

Η επιτυχής αποστολή του υδροπλάνου Maurice Farman Hydravion, κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, οδήγησε το Ναυτικό στην ανάπτυξη του Ναυτικού Αεροπορικού Σώματος (ΝΑΣ), την 20η Απριλίου 1914. Στο εγχείρημα συνετέλεσε και η Βρετανική αποστολή που μεριμνούσε για τον εκσυγχρονισμό του Ναυτικού.

Για τον εξοπλισμό του ΝΑΣ, το Ναυτικό παρήγγειλε στη Μ. Βρετανία τρία υδροπλάνα Sopwith Greek Seaplane, το πρώτο από τα οποία έφτασε στην Ελλάδα τον Μάιο του 1914. Στoν Ασπρόπυργο, κοντά στο σημερινό αεροδρόμιο της Ελευσίνας, οργανώθηκε Σχολή Αεροπορίας, όπου εκπαιδεύτηκε ως χειριστής ο Αριστείδης Μωραϊτίνης, τον Οκτώβριο του 1914, μαζί με άλλους δύο Αξιωματικούς. Λόγω ακαταλληλότητας της περιοχής, το ΝΑΣ μεταφέρθηκε στο Παλαιό Φάληρο. Το υλικό της Σχολής ενισχύθηκε με τέσσερα Henry Farman ΗF.22.


Η μετάθεσή του Μωραϊτίνη, μαζί με άλλους έμπειρους αεροπόρους και τεχνικούς το φθινόπωρο του 1915, είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των δραστηριοτήτων του ΝΑΣ. Η αναγέννηση του ΝΑΣ ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 1916, όταν ο Μωραϊτίνης ανέλαβε εκ νέου τη διοίκηση του ΝΑΣ και επιχειρούσε ενταγμένο στη 2η Βρετανική Πτέρυγα του RNAS (Royal Naval Air Service). Το πεδίο δράσης ήταν κυρίως η Αν. Μακεδονία και η Θράκη, όπου Γερμανοί και Βούλγαροι είχαν αναπτύξει σημαντικές αεροπορικές δυνάμεις και εγκαταστάσεις.

Την 18η Μαρτίου 1917 ο Μωραϊτίνης με αεροσκάφος Henry Farman HF.22 και παρατηρητή τον Ανθυπολοχαγό Ψύχα εκτέλεσε μια παράτολμη αποστολή, βομβαρδίζοντας το αεροδρόμιο Ζέρεβιτς, στη Δράμα, καταστρέφοντας τα υπόστεγα των αεροσκαφών. Στη συνέχεια, βομβάρδισε το σιδηροδρομικό σταθμό της Δράμας, καταστρέφοντας τρεις αμαξοστοιχίες.

Η απόδοση των αεροπόρων του ΝΑΣ οδήγησε στη δημιουργία της Ελληνικής Μοίρας Ζ, το Μάιο του 1917. Σημαντική ήταν η δράση της Μοίρας σε συνδυασμένη επιχείρηση με τους Βρετανούς, εναντίον στόχων στην Αν. Θράκη και πάνω από την Καλλίπολη. Το ίδιο συνέβη και κατά την αντιμετώπιση των πολεμικών σκαφών Goeben και Breslau (αντίστοιχα Yavuz Sultan Selim και Midilli), που είχαν ενταχθεί στον Οθωμανικό στόλο με Γερμανικά πληρώματα. 

Η έξοδός τους στο Αιγαίο την 20η Ιανουαρίου 1918 κινητοποίησε τους Συμμάχους και έμεινε γνωστό ως «κατάσταση Goeben». Τα Οθωμανικά πλοία κυνηγήθηκαν απηνώς με συνδυασμένες ενέργειες Ελλήνων και Βρετανών αεροπόρων. Κατά τις επιχειρήσεις διακρίθηκε ιδιαίτερα ο Μωραϊτίνης, ο οποίος κατέρριψε με καταδιωκτικό Sopwith Camel 1F.1 τρία εχθρικά αεροσκάφη, που προσπάθησαν να αναχαιτίσουν τα συμμαχικά βομβαρδιστικά. Κατά τους βομβαρδισμούς, καταρρίφθηκε και φονεύτηκε ο Ανθυποπλοίαρχος Σπυρίδων Χάμπας, την 21η Αυγούστου 1918, από το Γερμανό «Άσσο» πιλότο Εμίλ Μάϊνεκε.

Με νέο νόμο την 24η Μαρτίου 1918, το ΝΑΣ αναδιοργανώθηκε αριθμώντας τέσσερεις Μοίρες, δύναμη 43 αεροσκαφών και αεροπορικές βάσεις στο Π. Φάληρο, τη Θάσο, το Μούδρο, τον Σταυρό και το Σούνιο. Τον Ιούνιο του 1918, το ΝΑΣ εκτέλεσε επιχειρήσεις σε στόχους στη Μ. Ασία, εξαφανίζοντας την εχθρική αεροπορία από το Αν. Αιγαίο. Μετά τη συνθηκολόγηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Ελληνικό Σμήνος με επικεφαλής τον Πλωτάρχη Αριστείδη Μωραϊτίνη πέταξε στο αεροδρόμιο του Αγ. Στεφάνου, στην Κωνσταντινούπολη.

Η εμφάνιση των Ελλήνων αεροπόρων στην Πόλη έγινε δεκτή με ενθουσιασμό, από τον εκεί Ελληνικό πληθυσμό. Ο αιφνίδιος χαμός του Αριστοτέλη Μωραϊτίνη σε αεροπορικό δυστύχημα την 22α Δεκεμβρίου 1918 αποτέλεσε σημαντικό πλήγμα για τη Ναυτική Αεροπορία, αλλά δεν ανέστειλε την ανάπτυξή της, καθώς ο πρωτεργάτης της είχε θέσει γερά θεμέλια.

Επιχειρήσεις στη Μικρά Ασία (1919-1922)

Μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (ΠΠ) ανατέθηκε στην Ελλάδα από τους Συμμάχους η κατάληψη της Σμύρνης, δίνοντας ελπίδες για την απελευθέρωση περίπου 3 εκατομμυρίων Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Το Ελληνικό αεροπορικό υλικό της περιόδου περιλάμβανε 120 αεροσκάφη, απομεινάρια του Α΄ ΠΠ. Τα 70 ανήκαν στη Στρατιωτική Αεροπορία (ΣΑ) και τα υπόλοιπα στη Ναυτική Αεροπορία (ΝΑ). Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, το Νοέμβριο του 1919 διέθετε 11 αεροσκάφη Ρωσικής κατασκευής και 19 Γερμανικά.


Ο Ελληνικός Στρατός αποβιβάστηκε στη Σμύρνη, την 2α Μαΐου 1919. Την ίδια μέρα άρχισε η ανάπτυξη της Ναυτικής Αεροπορικής Μοίρας Σμύρνης (ΝΑΜΣ), η οποία αριθμούσε 10 αεροσκάφη Airco De Havilland D.H.9 και 15 καταδιωκτικά Sopwith Camel 1F.1. Η ΝΑΜΣ δημιούργησε Προκεχωρημένα Σμήνη Μετώπου και επιχειρούσε κυρίως από τα αεροδρόμια Καζαμίρ, Μαγνησίας και Ουσάκ. Η πρώτη Μονάδα της ΣΑ, που διατέθηκε στις δυνάμεις της Μ. Ασίας, ήταν η 533 Μοίρα με αεροσκάφη Breguet 14A2/B2. 

Η πρώτη αποστολή βομβαρδισμού έγινε στις 18 Ιουνίου 1919, όταν τρία Airco De Havilland D.H.9 υποστήριξαν την Ελληνική επίθεση στο Αϊδίνιο. Την 20η Δεκεμβρίου 1919 οργανώθηκε η Διεύθυνση Αεροπορικής Υπηρεσίας Στρατιάς (ΔΑΥΣ), που ενσωμάτωσε όλες τις αεροπορικές δυνάμεις στη Μ. Ασία. Επιπλέον, οι Μοίρες 532, 533 και 534 μετονομάστηκαν σε Α΄, Β΄ (στο Καζαμίρ) και Γ΄ (στην Πάνορμο) Μοίρες Αεροπλάνων αντίστοιχα, με τυπική δύναμη 8-12 αεροσκάφη καθεμιά.

Προκειμένου να επιτυγχάνεται άμεση εκμετάλλευση των πληροφοριών, οργανώθηκαν πεδία προσγείωσης στο μέτωπο, από όπου τα πληρώματα έδιναν αναφορά, είτε έριχναν ερματισμένο φάκελο με πληροφορίες στα στρατεύματα στο μέτωπο. Οι αποστολές συνήθως εκτελούνταν μέσα σε άγνωστη περιοχή και μακριά από οργανωμένα αεροδρόμια. Οι βασικές τακτικές περιλάμβαναν πτήση σε μεσαίο ύψος, ενώ συχνά τα πληρώματα κατέβαιναν πολύ χαμηλά για αναγνώριση και αύξηση της ακρίβειας των βολών, με τίμημα αρκετές απώλειες από τα εχθρικά πυρά. 

Τις αποστολές αναγνώρισης, πολυβολισμού και βομβαρδισμού αναλάμβανε κυρίως η ΣΑ, ενώ τα πληρώματα της ΝΑΜΣ εκτέλεσαν κυρίως αποστολές βομβαρδισμού, λόγω μικρής εμπειρίας στη συνεργασία με τις επίγειες δυνάμεις. Την περίοδο Ιουνίου – Οκτωβρίου 1920 έγινε η προέλαση του Ελληνικού Στρατού μέχρι την Προύσα. Από τον Αύγουστο είχαν οργανωθεί περιπολίες από Ελληνικά καταδιωκτικά, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις σποραδικές εμφανίσεις της Οθωμανικής Αεροπορίας. Στις 16 Αυγούστου 1920  έγινε η πρώτη <συνάντηση> Ελληνικού με Τουρκικό αεροσκάφος . Κατ' αυτή ο 'Ελλην χειριστής του καταδιωκτικού τύπου Spad Ανθ/γός  Πετροπουλέας ανάγκασε τον Τούρκο πιλότο σε αναγκαστική προσγείωση.

Το Μάρτιο του 1921, αυξήθηκαν οι αποστολές αναγνώρισης και βομβαρδισμού στόχων μέσα στο εχθρικό έδαφος, προκειμένου να βοηθηθούν οι δυνάμεις προέλασης προς το Εσκί Σεχίρ. Ιδιαίτερα επιτυχημένη ήταν η μαζική επιδρομή της 9ης Ιουνίου 1921 από 7 Airco De Havilland D.H.9 της ΝΑΜΣ, στην Κιουτάχεια. Μια βδομάδα αργότερα, δύο ίδια αεροσκάφη βομβάρδισαν το Εσκί-Σεχίρ και ανάγκασαν σε προσγείωση εχθρικό καταδιωκτικό, που έσπευσε σε αναχαίτισή τους. 

Την 21η Ιουνίου 1921, επαναλήφθηκε η επιδρομή στην Κιουτάχεια με 7 Airco De Havilland D.H.9 και συνοδεία ένα Spad VII/XIII, κατά τη διάρκεια της οποίας οι Σημαιοφόροι Νικόλαος Κατσουλάκος και Στέφανος Φίλιππας με Airco De Havilland D.H.9, κατέρριψαν εχθρικό αεροσκάφος που τους καταδίωξε. Την 29η Ιουνίου 1921, άρχισε η Ελληνική επίθεση προς το Σαγγάριο και την 28η Αυγούστου 1921, άρχισε η εχθρική αντεπίθεση με αυξημένη παρουσία αεροπλάνων. 

Η Οθωμανική Αεροπορία, τον Ιανουάριο του 1922, ενισχύθηκε από τη Γαλλία με 20 αεροσκάφη Breguet και Spad και ακόμα 10 Ιταλικής προέλευσης. Στην τελευταία φάση του πολέμου η Τουρκία ενισχύθηκε με ακόμα 50 καταδιωκτικά. Χαρακτηριστικό περιστατικό αποτελεί η κατάρριψη, της 12ης Ιουλίου 1922, εχθρικού Breguet, που κατόπτευε τις Ελληνικές θέσεις από το Λοχία Χριστόφορο Σταυρόπουλο με το Νο 4466 Spad VII/XIII.

Ο Σταυρόπουλος επιτέθηκε και γάζωσε το Breguet από απόσταση 50 μέτρων, που ανεφλέγη και συνετρίβη, σκοτώνοντας τον Υπολοχαγό πιλότο του και τον Ταγματάρχη παρατηρητή, που ήταν Διοικητής του αεροδρομίου Τσάι. Τον Αύγουστο του 1922 ξεκίνησε η Τουρκική επίθεση. Την περίοδο αυτή υπήρχαν διαθέσιμα 10 Airco De Havilland D.H.9 της ΝΑΜΣ, ενώ από πλευράς ΣΑ υπήρχαν 25-30 αναγνωριστικά / βομβαρδιστικά και 15 καταδιωκτικά κατανεμημένα στις Β΄, Γ΄ και Δ΄ Μοίρες με έδρες αντίστοιχα το Γκαριμτζέ, το Εσκί-Σεχίρ και το Αφιόν Καραχισάρ. 

Την 14η Αυγούστου 1922 άρχισε η σύμπτυξη του Ελληνικού Στρατού και παρά τη σύγχυση, οι αεροπόροι καθοδήγησαν αρκετά τμήματα σε ασφαλές δρομολόγιο υποχώρησης, ενώ παρακολουθούσαν στενά το τουρκικό ιππικό, που εκτελούσε ελιγμούς κύκλωσης των Ελληνικών στρατευμάτων. Μέχρι την 26η Αυγούστου 1922, όσα αεροσκάφη διασώθηκαν πέταξαν σε Ελληνικό έδαφος.

Οι ήρωες Αεροπόροι της περιόδου αυτής είναι ελάχιστα γνωστοί. Πιλότοι όπως οι Δημήτρης Μάρακας, Γεώργιος Μαμαλάκης, Πέτρος Πετροπουλέας κ.α., εκτέλεσαν επικίνδυνες αποστολές, σε όλες τις φάσεις και τα μέτωπα. Από τους παρατηρητές ξεχώρισαν ιδιαίτερα ο Υπολοχαγός Δημήτριος Παπαναστασίου και ο Ανθυπολοχαγός Νικόλαος Δέας. Από τα πληρώματα της ΝΑΜΣ ξεχώρισε ο παράτολμος αεροπόρος Αθανάσιος (Θάνος) Βελούδιος, ο οποίος την 25η Ιουνίου 1920 προσγείωσε το αεροπλάνο του μέσα στον περίβολο της Οθωμανικής Στρατιωτικής Ακαδημίας, στην Προύσα και ύψωσε στον ιστό της την Ελληνική σημαία.

Στη Μικρασιατική Εκστρατεία έγινε εντατική χρήση του αεροπορικού όπλου. Τα πληρώματα της Αεροπορίας, αποτέλεσαν τα μάτια του Γενικού Στρατηγείου, εξασφαλίζοντας την εικόνα του πεδίου της μάχης. Παράλληλα κατάφεραν την καταστροφή σημαντικών στόχων ενώ κατά την υποχώρηση της Στρατιάς διέσωσαν με τις αναφορές τους, χιλιάδες στρατιώτες από βέβαιο θάνατο.

Περίοδος του Μεσοπολέμου (1923-1939) 

Μετά τη λήξη της Μικρασιατικής Εκστρατείας ακολούθησε μακρά ειρηνική περίοδος, κατά την οποία η Πολεμική Αεροπορία (ΠΑ) ανασυγκροτήθηκε και εκσυγχρονίστηκε. Από το 1925 ξεκίνησε η παραλαβή νέων αεροσκαφών αναβαθμίζοντας σημαντικά τις δυνατότητες της. Στις αεροπορικές δυνάμεις εντάχθηκαν τα αναγνωριστικά – βομβαρδιστικά Brequet 19 A2/B2 και τα εκπαιδευτικά Morane Saulnier MS-137/147. Στο πλαίσιο της Στρατιωτικής Αεροπορίας οργανώθηκε, στη Θεσσαλονίκη, το Γ΄ Σύνταγμα Αεροπλάνων, προερχόμενο ουσιαστικά από το δυναμικό που απέμεινε από τις Β΄,Γ΄ και Δ΄ Μοίρες.

Σημαντική ήταν και η προσπάθεια ανάπτυξης εγχώριας αεροπορικής βιομηχανίας στο Εργοστάσιο Αεροσκαφών Φαλήρου (ΕΑΦ), του μετέπειτα γνωστού ως Κρατικό Εργοστάσιο Αεροπλάνων (ΚΕΑ). Οι προσπάθειες κατασκευής αεροσκαφών δεν απέδωσαν μετά την αποτυχία του KEA Χελιδών και τελικά το ΚΕΑ προχώρησε σε παραγωγή τύπων κατόπιν αδείας, όπως τα Armstrong - Whitworth Atlas, Blackburn T.3A Velos και Avro 504 N/O, που ενίσχυσαν κυρίως τη Ναυτική Αεροπορία, ενώ αναλάμβανε και την εργοστασιακή συντήρηση άλλων τύπων.

Την 8η Ιουνίου 1928 σημειώθηκε ένα σημαντικό επίτευγμα της Ελληνικής Αεροπορίας. Ένα κατάλληλα διασκευασμένο Brequet 19 με το όνομα «ΕΛΛΑΣ», χειριστή τον Υπολοχαγό Ευάγγελο Παπαδάκο και παρατηρητή τον Συνταγματάρχη, Χρήστο Αδαμίδη, πρωτεργάτη της Ελληνικής Αεροπορίας, απογειώθηκε από το Τατόι και πραγματοποίησε σε 20 περίπου μέρες το γύρο της Μεσογείου, διανύοντας απόσταση 12.000 χλμ.


Τα πρώτα χρόνια της χρησιμοποίησης του αεροπορικού όπλου οι Μονάδες στελεχώνονταν από το προσωπικό του όπλου του οποίου υποστήριζαν τις επιχειρήσεις, δηλαδή ήταν ενταγμένες είτε στο Στρατό Ξηράς (ΣΞ), είτε στο Πολεμικό Ναυτικό (ΠΝ) με νοοτροπία, άμεσα συνυφασμένη με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του όπλου προέλευσής τους. Το μοντέλο αυτό, με το οποίο πολέμησε η Ελληνική Αεροπορία στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (ΠΠ) και στις επιχειρήσεις στη Μικρά Ασία δε συμβάδιζε πλέον με τις εξελίξεις. 

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του αεροπορικού όπλου, που συνοψίζονται στην ταχύτητα, την ευκαμψία και τη μάζα πυρός, είχαν ήδη γίνει αντιληπτά κατά τις τελευταίες συρράξεις, όμως η κατάτμηση της δύναμης μεταξύ ΣΞ και ΠΝ είχε καταστήσει το αεροπορικό όπλο, απλό αποδέκτη αποστολών υποστήριξης τους.

Αποτέλεσμα της προσπάθειας εκσυγχρονισμού του όπλου ήταν το Δεκέμβριο του 1929, η ίδρυση του Υπουργείου Αεροπορίας, από τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Το 1930 ιδρύθηκε το Υπουργείο Αεροπορίας και η ενοποιημένη πλέον ΠΑ καθιερώθηκε ως αυτοτελής Κλάδος των Ενόπλων Δυνάμεων. Πρώτος Υπουργός Αεροπορίας ορκίσθηκε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, επιφορτίζοντας τον παλιό έμπειρο αεροπόρο Αλέξανδρο Ζάννα με το έργο της συνολικής συγκρότησης του Όπλου. 

Σε συνεργασία με το γλωσσολόγο Μανώλη Τριανταφυλλίδη καθιερώθηκαν οι ονομασίες βαθμών που χρησιμοποιούνται έως σήμερα. Η ενοποιημένη ΠΑ καθιερώθηκε ως αυτοτελής Κλάδος των Ενόπλων Δυνάμεων με το Νόμο 5121 «Περί Οργανισμού της ΠΑ» την 10η Ιουλίου 1931, σύμφωνα με τον οποίο ορίστηκε ότι η Αεροπορία θα αποτελούνταν από τρεις Σμηναρχίες.

Στο μεταξύ ακολούθησαν νέες παραλαβές αεροσκαφών, όπως τα αναγνωριστικά Potez 25 TOE το 1931. Την ίδια χρονιά ιδρύθηκε στο Τατόι η Σχολή Αεροπορίας, μετέπειτα Σχολή Ικάρων (1967), η οποία υπήρξε το φυτώριο των νέων Αξιωματικών. Τον Ιανουάριο του 1933, η Γ΄ Σμηναρχία και η Β΄ Αεροπορική Βάση συνενώθηκαν και αποτέλεσαν τη Σμηναρχία Σέδες. 

Με το νομοθετικό διάταγμα της 28ης Ιουνίου 1933 οι Σμηναρχίες Τατοΐου, Λαρίσης και Σέδες μετονομάστηκαν σε Αεροπορικές Βάσεις. Το 1934 ιδρύθηκε το Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας και το 1935 παραλήφθηκαν σύγχρονα εκπαιδευτικά τύπου Avro 621 Tutor, που κατασκεύασε αργότερα και το ΚΕΑ. Λόγω της επελθούσας πολιτειακής μεταβολής η Αεροπορία μετονομάστηκε σε Ελληνική Βασιλική Αεροπορία, σε συντομία ΕΒΑ.

Το 1936 τα οικονομικά της Ελλάδας δε βρισκόταν στην καλύτερη κατάσταση. Συνεπώς και οι δυνατότητες της Αεροπορίας να προχωρήσει στον επανεξοπλισμό της με σύγχρονα αεροσκάφη ήταν περιορισμένες. Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετώπισε η Ελλάδα, ήταν η εξεύρεση ικανών αεροσκαφών σε αριθμό και επιδόσεις, προκειμένου να ανταποκριθεί στην επερχόμενη λαίλαπα του Β΄ ΠΠ. Όλες οι ευρωπαϊκές χώρες (Γαλλία, Βρετανία, Πολωνία, Γερμανία), οι οποίες κατασκεύαζαν και υποστήριζαν τα αεροσκάφη είχαν δώσει προτεραιότητα στον επανεξοπλισμό των δικών τους Αεροποριών.


Παρά τα εξαιρετικά στενά περιθώρια επιλογών η Αεροπορία κατόρθωσε να προμηθευτεί 36 καταδιωκτικά P.Z.L. P.24F/G από την Πολωνία, 9 καταδιωκτικά Bloch MB.151 και 12 βομβαρδιστικά Potez 633 B2 Grec από τη Γαλλία, 12 ναυτικής συνεργασίας Avro Anson Mk I, 12 βομβαρδιστικά Bristol Blenheim MkIV και 12 βομβαρδιστικά Fairey Battle B.1 από το Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και 16 αναγνωριστικά Henschel Hs126K-6 και 12 υδροπλάνα Dornier Do22Kg από τη Γερμανία. 

Ενδεικτικό του κλίματος ενίσχυσης της Αεροπορίας, που επικρατούσε μεταξύ των Ελλήνων ήταν και η συμβολική, λόγω του μικρού αριθμού τους, απόκτηση τεσσάρων καταδιωκτικών από δωρεές ομογενών (δύο Avia B.534 και δύο Gloster Gladiator MkI), που ήταν και τα πρώτα σύγχρονα αεροσκάφη που παρέλαβε την περίοδο αυτή.

Ο Β΄ ΠΠ που ξέσπασε το 1939, στάθηκε η αφορμή να μείνουν ανεκτέλεστες αρκετές παραγγελίες της Αεροπορίας, όπως τα 12 βομβαρδιστικά Potez 633 B2 Grec, τα 12 ναυτικής συνεργασίας Avro Anson Mk I, τα 16 καταδιωκτικά Bloch MB.151, τα 12 βομβαρδιστικά Bristol Blenheim MkIV και τα 32 αναγνωριστικά Henschel Hs126K-6. Είχαν, επίσης, παραγγελθεί 24 καταδιωκτικά Spitfire Mk I και 30 καταδιωκτικά F4F-3A Wildcat, ενώ οι επαφές για την προμήθεια από τις ΗΠΑ, γεγονός εντελώς πρωτόγνωρο για εκείνη την εποχή, 30 καταδιωκτικών P-40 Tomahawk και 48 βομβαρδιστικών Martin Maryland, δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ.

Σημαντική ήταν, επίσης, η προσπάθεια οργάνωσης του δικτύου αεροδρομίων. Οι μεγαλύτερες Αεροπορικές Βάσεις βρίσκονταν στο Σέδες, τη Λάρισα, το Τατόι, το Φάληρο, τη Νέα Αγχίαλο και την Ελευσίνα. Ακόμη, είχαν οργανωθεί 23 βοηθητικά αεροδρόμια και άλλα 22 του λεγόμενου «Εμπιστευτικού Δικτύου».

Παράλληλα, με τις παραγγελίες στο εξωτερικό, από την 1η Ιανουαρίου 1938 έως την 28η Οκτωβρίου 1940, συναρμολογήθηκαν στο ΚΕΑ 62 αεροπλάνα Avro 621 Tutor και 30 Avro 626, ενώ επισκευάστηκαν και συντηρήθηκαν συνολικά 169 αεροσκάφη όλων των τύπων, μαζί με 294 κινητήρες αεροσκαφών. Αρκετά από τα πυρομαχικά των αεροσκαφών ήταν Ελληνικής κατασκευής, της ΕΕΠΚ (Εταιρεία Ελληνικού Πυριτιδοποιείου Καλυκοποιείου).

Τέλος αξίζει να σημειωθεί ότι, όταν την άνοιξη του 1941 η κυβέρνηση των ΗΠΑ αποφάσισε την παραχώρηση, μέσω του γνωστού νόμου Lend-Lease, 30 καταδιωκτικών F-4F-3A Wildcat, τα οποία λόγω της κατάληψης της χώρας από τα Γερμανικά στρατεύματα, δεν εντάχθηκαν ποτέ στην Αεροπορία.

Β' Παγκόσμιος Πόλεμος (1940-1944) 

Ελληνοιταλικός Πόλεμος & Γερμανική Εισβολή (1940-1941) 

Με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου η Ελλάδα, έχοντας 77 αεροπλάνα πρώτης γραμμής, κλήθηκε να αντιμετωπίσει περισσότερα από 463 Ιταλικά. Παρά την αριθμητική υπεροχή της Ιταλικής Πολεμικής Αεροπορίας, η Ελληνική Αεροπορία ανέτρεψε από τις πρώτες ημέρες του πολέμου τα σχέδια των Ιταλών και κατάφερε να εμποδίσει τη δράση της, να συγκεντρώσει πληροφορίες για τις κινήσεις του εχθρού, να καταστρέψει σημαντικές εχθρικές γραμμές ανεφοδιασμού και να παράσχει προστασία στα Ελληνικά στρατεύματα.


Με την έναρξη του Ελληνοιταλικού Πολέμου και την είσοδο της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την 28η Οκτωβρίου 1940, η διάταξη μάχης της Αεροπορίας περιλάμβανε κατανομή του αεροπορικού δυναμικού, μεταξύ των τριών Κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων, με αποτέλεσμα ο Στρατός, το Ναυτικό και η Αεροπορία να κρατήσουν στον επιχειρησιακό τους έλεγχο τα αεροσκάφη που εξυπηρετούσαν το δόγμα επιχειρήσεών τους. Η διάταξη μάχης ήταν η ακόλουθη:


Ανωτέρα Διοίκηση Αεροπορίας Στρατού (ΑΔΑΣ) 

Διοίκηση Αεροπορίας Στρατιωτικής Συνεργασίας (ΔΑΣΣ) 

  • 1η Μοίρα Παρατηρήσης στο Περιγιάλι Κορινθίας, ενταγμένη στο Α΄ Σώμα Στρατού, με αεροσκάφη Brequet 19 A2/B2. 
  • 2η Μοίρα Παρατηρήσης στην Κοζάνη, ενταγμένη στο B΄ Σώμα Στρατού, με αεροσκάφη Brequet 19 A2/B2. 
  • 2828 Ανεξάρτητο Σμήνος Παρατηρήσης στην Ήπειρο, ενταγμένο στην VIII Μεραρχία, με αεροσκάφη Brequet 19 A2/B2. 
  • 3η Μοίρα Παρατηρήσης, ενταγμένη στο Γ΄ Σώμα Στρατού με τα 3/1 και 3/2 Σμήνη του ΤΣΔΜ (Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας) με αεροσκάφη Henschel Hs126K-6 (Λεμπέτ Θεσσαλονίκης και Κούκλαινα Βεροίας). 
  • 4η Μοίρα Παρατηρήσης (Αμυγδαλεώνας Καβάλας και αργότερα Γιδάς και Κούκλαινα Βεροίας) με αεροσκάφη Potez 25 TOE. Διέθετε το 4/1 Σμήνος, ενταγμένο στο Δ΄ Σώμα Στρατού, και το 4/2 Σμήνος, ενταγμένο στην Ομάδα Μεραρχιών. 

Διοίκηση Αεροπορίας Βομβαρδισμού (ΔΑΒ) 

  • 31η Μοίρα Βομβαρδισμού με αεροσκάφη Potez 633 B2 Grec στη Λάρισα. 
  • 32η Μοίρα Βομβαρδισμού με αεροσκάφη Bristol Blenheim MkIV στη Λάρισα. 
  • 33η Μοίρα Βομβαρδισμού με αεροσκάφη Fairey Battle B.1 στη Ν. Αγχίαλο Βόλου. 

Διοίκηση Αεροπορίας Διώξεως (ΔΑΔ) 

  • 21η Μοίρα Διώξης με αεροσκάφη P.Z.L. P.24F/G και Gloster Gladiator MkI στα Τρίκαλα. 
  • 22η Μοίρα Διώξης με αεροσκάφη P.Z.L. P.24F/G στη Θεσσαλονίκη. 
  • 23η Μοίρα Διώξης με αεροσκάφη P.Z.L. P.24F/G στη Λάρισα. 
  • 24η Μοίρα Διώξης με αεροσκάφη Bloch MB.151 και Avia B.534 στην Ελευσίνα. 

Ανωτέρα Διοίκηση Αεροπορίας Ναυτικού (ΑΔΑΝ) 

  • 11η Μοίρα Ναυτικής Συνεργασίας με αεροσκάφη Fairey IIIF Mk I/III/IIIM στο Βαλτούδι Μαγνησίας. 
  • 12η Μοίρα Ναυτικής Συνεργασίας με αεροσκάφη Dornier Do22Kg στη Σαλαμίνα. 
  • 13η Μοίρα Ναυτικής Συνεργασίας με αεροσκάφη Avro Anson Mk I στην Ελευσίνα.

Συνοπτικά, κατά την έναρξη των επιχειρήσεων, υπήρχαν 158 πολεμικά αεροσκάφη, όλων των τύπων, ενταγμένα στις παραπάνω Μονάδες, από τα οποία φέρονται να ήταν εν ενεργεία τα 128. Από αυτά μόλις τα 79 (εν ενεργεία τα 59) ήταν καταδιωκτικά και βομβαρδιστικά. Επίσης, υπήρχαν ακόμα 63 εκπαιδευτικά και βοηθητικά αεροσκάφη. Κατά τις επιχειρήσεις που ακολούθησαν, η Αεροπορία κλήθηκε να αντιμετωπίσει αρχικά την Ιταλική Αεροπορία, η οποία παρέτασσε 463 αεροσκάφη πρώτης γραμμής και γενικά καλύτερων επιδόσεων.


Ωστόσο, η Αεροπορία, από την αρχή αντιμετώπισε αποφασιστικά τους Ιταλούς σε όλο το φάσμα των αποστολών και σε όλο το μήκος του μετώπου, αλλά και των μετόπισθεν. Κατά τη διάρκεια του εξάμηνου πολέμου σημειώθηκαν αναρίθμητα περιστατικά, που έδειξαν τόσο την αποφασιστικότητα, όσο και την αποτελεσματικότητα του προσωπικού, παρά τη συντριπτική υπεροχή των Ιταλών. 

Αξιομνημόνευτη είναι η περίπτωση που σημειώθηκε την 2α Νοεμβρίου, κατά την οποία ένα Breguet Bre 19, εκτελώντας χαμηλή πτήση κατά μήκος των Αλβανικών συνόρων, εντόπισε την Ιταλική Μεραρχία Αλπινιστών, "Julia", τη στιγμή ακριβώς που είχε εισδύσει στην Πίνδο και κινούνταν προς κατάληψη του Μετσόβου. Το γεγονός αυτό, μετέβαλε ριζικά την κατάσταση του μετώπου υπέρ των Ελλήνων. 

Την ίδια μέρα ο Υποσμηναγός Μαρίνος Μητραλέξης πετώντας με αεροσκάφη PZL, κατά τη διάρκεια αερομαχίας, αφού εξάντλησε τα πυρομαχικά του, "έκρουσε" με την έλικα του αεροσκάφους του, το πηδάλιο ενός Ιταλικού βομβαρδιστικού CANT Z.1007 Alcione, με αποτέλεσμα αυτό να συντριβεί στο έδαφος.

Με τη σταδιακή εξέλιξη των επιχειρήσεων, η Αεροπορία ενισχύθηκε με 22 Gloster Gladiator MkII και 6 Bristol Blenheim MkI από τα βρετανικά αποθέματα. Σημαντική ήταν η συμβολή της RAF, η οποία εξορμώντας από Ελληνικά και Αιγυπτιακά αεροδρόμια, κατάφερε σημαντικά πλήγματα κατά των Ιταλικών γραμμών ανεφοδιασμού.

Κατά τις επιχειρήσεις εναντίον της Ιταλικής Αεροπορίας, οι Έλληνες Αεροπόροι πέτυχαν 64 επιβεβαιωμένες καταρρίψεις και διεκδίκησαν ακόμα 20 πιθανές, έναντι 24 επιτυχιών των Ιταλών. Οι Μοίρες Δίωξης έχασαν συνολικά 14 αεροπλάνα σε αερομαχίες ή λόγω αναγκαστικών προσγειώσεων. Επιπλέον, 28 Ιταλικά αεροσκάφη καταστράφηκαν από τα Ελληνικά βομβαρδιστικά και άλλα 23 από τα αντιαεροπορικά όπλα, όταν οι απώλειες τις Αεροπορίας από ανάλογη δράση των Ιταλών ανήλθαν σε 8 και 5 αεροσκάφη, αντίστοιχα. Συνολικά, η Αεροπορία είχε 49 νεκρούς και 22 τραυματίες στον αγώνα εναντίον των Ιταλών.

Η δράση της Ελληνικής Αεροπορίας συνεχίστηκε αμείωτη τόσο κατά τη μεγάλη εαρινή επίθεση του Μαρτίου του 1941, η οποία αντιμετωπίσθηκε με επιτυχία, όσο και κατά τη Γερμανική εισβολή και τη σύγκρουση με τη Luftwaffe. Η Ελληνική Αεροπορία κατά τη διάρκεια της Ιταλικής και Γερμανικής εισβολής έχασε 52 πιλότους και κατερρίφθησαν συνολικά 64 εχθρικά αεροσκάφη, ενώ πιθανολογείται η κατάρριψη άλλων 24.

Η εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα την 6η Απριλίου 1941 με δύναμη άνω των 1.000 αεροσκαφών βρήκε την Αεροπορία αρκετά αποδυναμωμένη. Παρά την χαοτική διαφορά δυναμικότητας, τα Ελληνικά καταδιωκτικά κατέρριψαν 4 Γερμανικά αεροσκάφη. Τα περισσότερα Ελληνικά αεροσκάφη, που είχαν απομείνει από τον εξάμηνο πόλεμο, καταστράφηκαν από τις μαζικές επιθέσεις της Luftwaffe στα Ελληνικά αεροδρόμια. Ακόμα 6 χάθηκαν σε αερομαχίες. Μόλις 14 από τη συνολική δύναμη κατάφεραν να διαφύγουν στη Μ. Ανατολή.


Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων της περιόδου 1940-1941, οι Μοίρες Δίωξης εκτέλεσαν 804 πολεμικές αποστολές, που αντιστοιχούν σε 1530 ώρες πτήσης. Αντίστοιχα, τα βομβαρδιστικά αεροσκάφη εκτέλεσαν 237 πολεμικές αποστολές, πετώντας 926 ώρες. Τέλος, τα αεροσκάφη Στρατιωτικής Συνεργασίας πέταξαν αντίστοιχα 252 ώρες σε πολεμικές αποστολές.

Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής η Ελληνική Αεροπορία ανασυγκροτήθηκε στη Μέση Ανατολή με 5 αεροσκάφη Avro Anson, τα οποία είχαν διαφύγει με τα πληρώματα τους εκεί μετά την κατάρρευση του μετώπου. Με τη συμβολή της RAF συγκροτήθηκαν δύο Ελληνικές Μοίρες Διώξεως με αεροσκάφη τύπου Supermarine Spitfire, Hawker Hurricane και Martin Baltimore. Παράλληλα δημιουργήθηκαν μονάδες επισκευής και τεχνικής εκπαιδεύσεως στη Γάζα της Παλαιστίνης, καθώς και κέντρα εκπαίδευσης στη Νότια Ροδεσία.

Η δραστηριότητα των Ελληνικών μοιρών περιελάμβανε συνοδείες νηοπομπών, ανθυποβρυχιακές έρευνες, επιθετικές περιπολίες, αναγνωρίσεις, επιθέσεις και αναχαιτίσεις της εχθρικής αεροπορίας. Το καλοκαίρι του 1943 οι Ελληνικές Μοίρες Διώξεως πήραν μέρος στις μεγάλες επιδρομές που σχεδίαζαν οι Σύμμαχοι για την προσβολή Γερμανικών στρατιωτικών στόχων στην Κρήτη. Οι απώλειες της Ελληνικής Αεροπορίας ανήλθαν σε 86 αξιωματικούς και υπαξιωματικούς.

Μετά την υποχώρηση των Γερμανικών δυνάμεων από την Ελλάδα το 1944 και την απελευθέρωση η Ελληνική Αεροπορία επέστρεψε στη χώρα, όπου και έλαβε μέρος στον Εμφύλιο Πόλεμο, που κράτησε μέχρι το 1949.

Επιχειρήσεις στη Μ. Ανατολή και την Ιταλία (1941-1944) 

Μετά την κατάκτηση της Ελλάδας από τους Γερμανούς, ένα σημαντικό κομμάτι του προσωπικού μαζί με το υλικό που δεν καταστράφηκε, διέφυγαν στη Μ. Ανατολή. Την ανώτατη διοίκηση της Αεροπορίας στη Μέση Ανατολή ασκούσε το Υπουργείο Αεροπορίας, με έδρα το Κάιρο. Στη Γάζα της Παλαιστίνης δημιουργήθηκαν μονάδες επισκευής και τεχνικής εκπαιδεύσεως. Στα κέντρα Νοτίου Ροδεσίας και Αφρικής παρέχονταν εκπαίδευση σε δόκιμους χειριστές και άλλες τεχνικές ειδικότητες, οι οποίοι ενώθηκαν με τον πυρήνα, που είχε σταλεί από τον Ιανουάριο του 1941, στο Ιράκ (Χαμπανίγια) για εκπαίδευση από τους Βρετανούς.

Στο πλαίσιο της ανασυγκρότησης της Αεροπορίας οργανώθηκαν τρεις Μοίρες, που υπήχθησαν επιχειρησιακά στη RAF. Αρχικά οργανώθηκε η 13η Μοίρα Ελαφρού Βομβαρδισμού (ΜΕΒ), με δύναμη 5 αεροπλάνων Anson Mk I. Η Μοίρα ανέλαβε αποστολές από τον Ιούνιο του 1941, ενώ το Νοέμβριο παρέλαβε αεροσκάφη Bristol Blenheim MkIV, τα οποία ανέλαβαν κυρίως ανθυποβρυχιακές αποστολές, ενώ τον Ιανουάριο του 1943 ενισχύθηκε και με Bristol Blenheim MkV Bisley. 

Τον Αύγουστο του 1943, παρέλαβε τα βομβαρδιστικά Martin A-30 Baltimore MkIII/IV/V και συνέχισε τις επιχειρήσεις συνοδείας νηοπομπών και ανθυποβρυχιακού πολέμου. Κατά τη μετακίνηση των Ελληνικών Μοιρών στην Ιταλία, η 13η Μοίρα, επιχείρησε εντατικά σε αποστολές βομβαρδισμού, εναντίον των Γερμανών στην Γιουγκοσλαβία. Τον Οκτώβριο του 1941 δημιουργήθηκε η 335 Βασιλική Ελληνική Μοίρα Διώξεως (ΒΕΜΔ) με αεροσκάφη Hawker Hurricane MkI και στη συνέχεια με Hawker Hurricane MkII, μέχρι τον Δεκέμβριο του 1943, οπότε και αντικαταστάθηκαν με Supermarine Spitfire Mk Vb/Vc.

Σημαντική όσο και συμβολική ήταν η δράση της Μοίρας, εναντίον του Ιταλικού Στρατηγείου Μ. Ανατολής, την 28η Οκτωβρίου 1942. Σε ανάλογο πλαίσιο και με τον ίδιο εξοπλισμό οργανώθηκε και η 336 ΒΕΜΔ, τον Φεβρουάριο του 1943. Οι δύο Μοίρες ανέλαβαν πλήθος αποστολών αναχαίτισης και συνοδείας, αλλά και περιπολίες του εναέριου χώρου. 

Σημαντική ήταν η συμβολή όλων των Ελληνικών Μοιρών, κατά τις συμμαχικές αεροπορικές επιδρομές στην Κρήτη, από τον Ιούλιο έως τον Νοέμβριο του 1943. Αξίζει να ενημερωθούμε για την κατάρριψη τριών Γερμανικών αεροσκαφών, από τα Ελληνικά καταδιωκτικά, καθώς και τη συμμετοχή τους στις μεγάλες επιδρομές που έχουν σχεδιάσει οι σύμμαχοι για την προσβολή Γερμανικών στρατιωτικών στόχων στην Κρήτη, στρατηγικό ορμητήριο των Γερμανών προς τη Μ. Ανατολή, το θέρος του 1943.

Το Φθινόπωρο του 1944, οι 335 και 336 ΒΕΜΔ μετακινήθηκαν στην Ιταλία, όπου συνέχισαν τις αποστολές δίωξης μαζί με σημαντικό πλήθος αποστολών προσβολής επίγειων στόχων. Το συνολικό πτητικό έργο των 335 και 336 ΒΕΜΔ ανέρχεται σε 32.927 ώρες πτήσης από τις οποίες οι 13616 σε πολεμικές αποστολές, ενώ η 13η Μοίρα εκτέλεσε 6166 αποστολές. Το τίμημα ήταν βαρύ με 69 πεσόντες, ενώ ακόμα 29 απεβίωσαν κατά την αντίσταση εναντίον του κατακτητή ή λόγω κακουχιών κατά τη Γερμανική κατοχή.


Επαναπατρισμός - Εμφύλιος Πόλεμος (1945-49) 

Ο επαναπατρισμός των Ελληνικών Μοιρών την 14η Νοεμβρίου 1944, μετά την εμπλοκή τους στις επιχειρήσεις της Μ. Ανατολής και της Ιταλίας, σηματοδότησε την ανασύσταση της Αεροπορίας, ουσιαστικά με Βρετανικό υλικό και υπό Βρετανική διοίκηση, αρχικά με τις τρεις Μοίρες (13η, 335η και 336η) που πολέμησαν στη Μ. Ανατολή. Οι Ελληνικές Μοίρες, σε συνδυασμό με ορισμένες Βρετανικές, συνέχισαν τις επιχειρήσεις στο Αιγαίο, στο οποίο οι Γερμανοί κράτησαν αρκετά νησιά μέχρι και τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (ΠΠ). Το αεροπορικό υλικό πέρασε οριστικά σε Ελληνικά χέρια την 25η Απριλίου 1946.

Η αποχώρηση των Γερμανών βρήκε τους Έλληνες διχασμένους πολιτικά. Η εμφύλια διαμάχη που ακολούθησε (1946-49) είχε ως επίκεντρο των επιχειρήσεων, τη Β. Ελλάδα. Στην προσπάθεια αυτή, μετακινήθηκαν στο αεροδρόμιο του Σέδες η 335 Μοίρα Ελληνικής Βασιλικής Αεροπορίας (ΜΕΒΑ) και η 336 ΜΕΒΑ. 

Οι δύο Μοίρες, με βάση το αεροδρόμιο του Σέδες και χρησιμοποιώντας αρκετά βοηθητικά αεροδρόμια στη Θεσσαλία και τη Β. Ελλάδα, ενίσχυσαν τον Ελληνικό Στρατό στις επιχειρήσεις εναντίον των δυνάμεων του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας σε ολόκληρη τη χώρα και κυρίως στην Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκαν διάφορες εκδόσεις του Supermarine Spitfire, καθώς και εκπαιδευτικά North American T-6 Texan / Harvard που δρούσαν ως αεροσκάφη παρατήρησης και συνεργασίας με τις δυνάμεις του Στρατού καθώς και για αποστολές ελαφρού βομβαρδισμού.

Το δυναμικό της Αεροπορίας ενισχύθηκε από το 1947 με νεώτερες εκδόσεις του Supermarine Spitfire, όπως τα Mk IXe/Mk XVI, με τα οποία οργανώθηκε και τρίτη Μοίρα, η 337. Σημαντικό ρόλο στις επιχειρήσεις είχαν οι αποστολές παρατήρησης, που ανέλαβαν κυρίως αεροσκάφη North American T-6 Texan / Harvard. Οι παράλληλες δυνατότητες αερομεταφορών της Αεροπορίας αναπτύχθηκαν σημαντικά για πρώτη φορά στην ιστορία της, με την απόκτηση μεταγωγικών Douglas C-47 Dakota και τη χρήση των ξεπερασμένων βομβαρδιστικών Vickers Wellington MkXIII.

Η επιστροφή των Martin A-30 Baltimore στη RAF, το Σεπτέμβριο του 1945, άφησε την Αεροπορία χωρίς ικανά βομβαρδιστικά, με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις εναντίον οχυρωμένων θέσεων στις ορεινές περιοχές να έχουν μικρή αποτελεσματικότητα. Η απόκτηση των ικανότατων βομβαρδιστικών κάθετης εφόρμησης τύπου Curtiss SB2C-5 Helldiver από τις ΗΠΑ και η αξιοποίησή τους από την 336 Μοίρα Ελαφρού Βομβαρδισμού, οδήγησε στην επίσπευση του τέλους του πολέμου.


Η Πρώτη Γενιά Αεριωθουμένων (1950-1973) 

Μετά τις τραγικές συνέπειες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (ΠΠ) και του Εμφύλιου που ακολούθησε, η Αεροπορία άρχισε μια εντατική προσπάθεια ανασυγκρότησης. Η είσοδος της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ σηματοδότησε μια εκ βάθρων αναδιοργάνωση, προκειμένου η χώρα να μπορεί να ανταποκριθεί στα πρότυπα και τις απαιτήσεις της Συμμαχίας. Η γειτνίαση της Ελλάδας με τις χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας και τη Μ. Ανατολή, σε συνδυασμό με την είσοδο της χώρας στη συμμαχία, αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα εφοδιασμού της Αεροπορίας με σημαντικές ποσότητες σύγχρονου υλικού.

Το υλικό αυτό προερχόταν κυρίως από τα Αμερικανικά αποθέματα και αφορούσε αεροσκάφη, που ιστορικά ταξινομούνται στην 1η γενιά αεριωθουμένων. Ανάλογες ήταν και οι προσπάθειες δημιουργίας υποδομής (διάδρομοι, υπόστεγα, καταφύγια κ.λ.π.).

Στο πλαίσιο αυτό, ως κύρια βάση υποδοχής των αεροσκαφών ορίστηκε η 112 Πτέρυγα Μάχης (ΠΜ), στην Αεροπορική Βάση της Ελευσίνας. Η συνήθης πρακτική περιλάμβανε την παραλαβή κάθε νέου τύπου, την εκπαίδευση ενός πυρήνα προσωπικού και κατόπιν τη σταδιακή συγκρότηση ετοιμοπόλεμων Μοιρών. Στη συνέχεια, οι Μοίρες αυτές προωθούνταν σε άλλα αεροδρόμια (την Τανάγρα, τη Ν. Αγχίαλο και τη Λάρισα και στα μέσα της δεκαετίας του 1960 και σε άλλα αεροδρόμια).

Στις αρχές του 1950 η Ελλάδα εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ και η Ελληνική Αεροπορία ανασυντάχθηκε και οργανώθηκε σύμφωνα με τα Νατοϊκά πρότυπα με τη βοήθεια των ΗΠΑ. Το Νοέμβριο του 1950, στο πλαίσιο αποστολής των Ηνωμένων Εθνών στη Νότια Κορέα, η οποία είχε δεχθεί επίθεση από τη Βόρεια Κορέα, η Ελλάδα συμμετείχε με το 13ο Σμήνος Μεταφορικών Αεροσκαφών που αποτελούνταν από οκτώ αεροσκάφη C-47 Dacota και 67 αξιωματικούς και οπλίτες. 

Μέχρι τον Μάιο του 1955 το 13ο Ελληνικό Σμήνος πραγματοποίησε 2916 πολεμικές αποστολές μεταφοράς προσωπικού, αιχμαλώτων και εφοδίων, συλλογής πληροφοριών και μεταφοράς τραυματιών κάτω από δυσμενέστατες συνθήκες, μεταφέροντας συνολικά 70568 επιβάτες, 9243 τραυματίες και καταγράφοντας 13777 ώρες πτήσης.

Τα πληρώματα που συμμετείχαν στον Πόλεμο της Κορέας διακρίθηκαν για την τόλμη και την αποφασιστικότητά τους, ενώ οι απώλειες του Ελληνικού Σμήνους στη Νότια Κορέα ανήλθαν σε δώδεκα άτομα και τέσσερα αεροσκάφη.


Όταν το 1950 ξέσπασε ο πόλεμος στην Κορέα. Η Ελλάδα συμμετείχε στις δυνάμεις του ΟΗΕ με την αποστολή στην Κορέα, τον Νοέμβριο του 1950, του Εκστρατευτικού Σώματος Ελλάδος (ΕΚΣΕ). Το ΕΚΣΕ στη δύναμή του περιλάμβανε ένα ενισχυμένο Τάγμα Πεζικού και το 13ο Σμήνος Μεταφορών της Πολεμικής Αεροπορίας, με αεροσκάφη C-47 Dakota.

Το Σμήνος συγκροτήθηκε στα μέσα Οκτωβρίου 1950 και απογειώθηκε για την εμπόλεμη περιοχή της Κορέας την 11η Νοεμβρίου του ιδίου έτους. Αποτελείτο από επτά αεροσκάφη της 355 Μοίρας Τακτικών Μεταφορών, που έδρευε στην Αεροπορική Βάση της Ελευσίνας, και από προσωπικό επιλεγμένο από διάφορες ειδικότητες. Τα πληρώματα των αεροσκαφών, διέθεταν πείρα από το μέτωπο της Μέσης Ανατολής 1941-44 και των επιχειρήσεων της περιόδου 1946-49. 

Στις εκάστοτε αντικαταστάσεις του προσωπικού στέλνονταν μαζί με παλαιά στελέχη και νέα, από τη Σχολή Ικάρων των Τμημάτων Μονίμων και Εφέδρων και από τη νεοσύστατη Σχολή Αεροναυτίλων. Το 1951 ξεκίνησε στην Ελευσίνα, η υποδοχή των πρώτων εκπαιδευτικών αεροσκαφών τύπου Lockheed T-33A Silver Star, προκειμένου να εκπαιδευτούν στις ιδιαιτερότητες των αεριωθουμένων όλοι οι Ιπτάμενοι που προορίζονταν για αυτά. Σύντομα, το 1952 παραλήφθηκαν τα πρώτα μαχητικά Republic F-84G Thunderjet. 

Οι παραδόσεις αεροσκαφών συνεχίστηκαν με γρήγορο ρυθμό και μάλιστα, λόγω της ιδιαίτερης γεωπολιτικής σημασίας της χώρας, παραδόθηκαν ορισμένοι τύποι αεροσκαφών κατά προτεραιότητα, όπως τα φωτοαναγνωριστικά Republic RF-84F Thunderflash, το 1953. Παράλληλα, το μέγεθος του στόλου των μεταγωγικών της ΠΑ αυξήθηκε με την προσθήκη των NORD 2501 Noratlas στα υπάρχοντα Douglas C-47 Dakota.

Αυτή την περίοδο συγκροτήθηκε και το πρώτο ακροβατικό Σμήνος της Αεροπορίας, το Καρέ των Άσσων, από το προσωπικό της 337 Μοίρας Διώξεως – Βομβαρδισμού, με αεροσκάφη Republic F-84G Thunderjet. Με τις επιδείξεις του στην Ελλάδα και το εξωτερικό, έδωσε το δυναμικό «παρών» της Αεροπορίας, αυξάνοντας την εμπιστοσύνη Ελλήνων και συμμάχων προς αυτήν.

Η προσπάθεια της Αεροπορίας να ανταποκριθεί στις υψηλές απαιτήσεις του ΝΑΤΟ, είχε σαν αποτέλεσμα την νέα παραλαβή μαχητικών τύπου Republic F-84F Thunderstreak και North American F-86e(m) Sabre, τα οποία αντικατέστησαν τα ξεπερασμένα Republic F-84G Thunderjet σε αποστολές κρούσης και αναχαίτισης, αντίστοιχα. Το 1954, παρελήφθησαν τα F-86Ε Sabre και σταδιακά, συγκροτήθηκαν οι Μοίρες Αναχαιτίσεως 341, 342 και 343.

Την 30 Απριλίου 1952, συγκροτήθηκε το Αρχηγείο Τακτικής Αεροπορίας στη Λάρισα. Τον Φεβρουάριο του 1953 μετονομάστηκε σε 28ο Αρχηγείο Τακτικής Αεροπορίας. Το ίδιο έτος, 13 Ιουλίου 1953, συγκροτήθηκε το 30ο Αρχηγείο Αεροπορικού Υλικού, στο Φάληρο, η σημερινή Διοίκηση Αεροπορικής Υποστήριξης. Την 30 Ιουλίου 1955, συγκροτήθηκε το 31ο Αρχηγείο Αεροπορικής Εκπαίδευσης, στην Αθήνα, η σημερινή Διοίκηση Αεροπορικής Εκπαίδευσης.


Το 1954, ιδρύθηκε το Μικτό Αεροφωτογραφικό Κέντρο (ΜΑΦΚ), το οποίο έως σήμερα συνεισφέρει αδιάλειπτα στον τομέα της αεροφωτογράφησης, επ' ωφελεία των Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά και του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης του Συστήματος Αεροπορικού Ελέγχου, το 1955 υπήχθη στο 28ο Αρχηγείο Τακτικής Αεροπορίας η 142 Σμηναρχία Αεροπορικού Ελέγχου, η οποία αργότερα μετεξελίχθηκε και αυτή σε Πτέρυγα.

Το 1956 δημιουργήθηκε η 114 ΠΜ και στη δύναμή της εντάχθηκαν οι Μοίρες των F-86Ε, 341, 342 και 343. Το δεύτερο Ακροβατικό Σμήνος, γνωστό ως "Acro Team", συγκροτήθηκε τον Αύγουστο του 1957, με F-86Ε της 341 Μοίρας Αναχαίτισης Ημέρας (ΜΑΗ). Τα αεροσκάφη του, βαμμένα με εντυπωσιακά χρώματα (κυανά, λευκά και πορτοκαλί), συνέχισαν επάξια την επιτυχημένη πορεία του πρώτου Ακροβατικού Σμήνους, ενώ οι χειριστές του έτυχαν πολλών τιμητικών διακρίσεων στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Το 1957, παρελήφθη ένας νέος τύπος αεριωθουμένων τακτικής αναγνώρισης τα RF-84F Thunderflash, με τα οποία συμπληρώθηκε η δύναμη της 348 ΜΤΑ. Το 1958, η Αεροπορία παρέλαβε τα πρώτα της ελικόπτερα Έρευνας και Διάσωσης, τύπου Sikorsky UH-19 Chickasaw.

Με την είσοδο στη δεκαετία του 1960, η Αεροπορία απέκτησε τα πρώτα αναχαιτιστικά αεροσκάφη με Radar, τύπου North American F-86D Dog Sabre και από το 1964 πέρασε στα υπερηχητικά αεριωθούμενα Lockheed F-104G Starfighter και Northrop F-5A/B Freedom Fighter. Παράλληλα, ενισχύθηκαν οι Μοίρες εκπαίδευσης με εκπαιδευτικά Cessna T-37 Tweety Bird. Η 1η γενιά ολοκληρώθηκε με την παραλαβή των δελταπτέρυγων Convair F-102A Delta Dagger.

Το Μάιο του 1960, έφθασαν στην 114 ΠΜ, από την 110 ΠΜ, τα F-84F της 335 ΜΔΒ, η οποία ανέλαβε ρόλο κρούσης (strike). Τον Ιούλιο του ίδιου έτους, κλιμάκιο της 355 ΜΤΜ εκτέλεσε με επιτυχία την επιχείρηση διάσωσης Ελλήνων ομογενών στο Κογκό. Το 1960, δημιουργήθηκε η 350 Μοίρα "ΝΙΚΗ", εξοπλισμένη με σύγχρονα βλήματα εδάφους/αέρος. Το ίδιο έτος παρελήφθησαν τα αεροσκάφη αναχαίτισης παντός καιρού F-86D Sabre Dog και προστέθηκαν στη δύναμη της 337 Μοίρα Παντός Καιρού (ΜΠΚ).

Το Μάρτιο του 1961, μετά την ολοκλήρωση σημαντικών έργων υποδομής, συγκροτήθηκε η 117 Σμηναρχία Μάχης (ΣΜ) και υποδέχθηκε τα F-84F της 339 Μοίρας Διώξεως Βομβαρδισμού. Τον Απρίλιο του 1964, παρελήφθησαν από την 114 ΠΜ, τα F-104G. Με τα Starfighters συγκροτήθηκε η νέα 335 Μοίρα Διώξεως Βομβαρδισμού (ΜΔΒ), της οποίας τα F-84F, εντάχθηκαν στη νεοσύστατη 340 ΜΔΒ.

Στις αρχές του 1965, συγκροτήθηκε η δεύτερη Μοίρα αεροσκαφών F-104G, η 336 Μοίρα Κρούσεως. Το Μάιο του 1965, παραδόθηκαν στην Αεροπορία τα πρώτα F-5Α/Β και αργότερα, το 1968-1969 παραλήφθηκαν 16 φωτοαναγνωριστικά RF-5Α με 4 κάμερες KS-92.


Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, παρελήφθησαν τα Ελικόπτερα Agusta Bell 205A (1971), ενώ στα τέλη του 1973 παραλήφθηκαν τα πρώτα πυροσβεστικά αεροσκάφη Canadair CL-215. Τέλος, τη δεκαετία αυτή, τα αειθαλή North American T-6 Texan (Harvard) αντικαταστάθηκαν από τα εκπαιδευτικά αεροσκάφη Cessna T-41D Mescalero.


Η Δεύτερη Γενιά Αεριωθουμένων (1974 – 1987)

Σημείο – ορόσημο για την εξέλιξη της Πολεμικής Αεροπορίας (ΠΑ) υπήρξαν τα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα του 1974, λόγω της εισβολής των Τούρκων στην Κύπρο. Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων, η ΠΑ εκτέλεσε πλήθος αναχαιτίσεων στο Αιγαίο. Ιστορική έμεινε η παράτολμη αποστολή 12 μεταγωγικών NORD 2501 Noratlas, της 354 Μοίρας, τα οποία τον Ιούλιο του 1974 μετέφεραν στο αεροδρόμιο Λευκωσίας μία Μοίρα Καταδρομών, με αποτέλεσμα την καταστροφή 4 αεροσκαφών, την απώλεια 4 Ελλήνων αεροπόρων και 27 Καταδρομέων.

Μέχρι το 1974, η Ελληνική Αεροπορία ήταν εξοπλισμένη με εκατοντάδες αεριωθούμενα πρώτης γενιάς, τα οποία προέρχονταν κυρίως από τα αποθέματα χωρών του ΝΑΤΟ. Αν και είχε βολιδοσκοπηθεί η προμήθεια των κορυφαίων μαχητικών McDonnell Douglas F-4E Phantom II, από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, πολιτικοί και οικονομικοί λόγοι δεν επέτρεψαν την προμήθεια 36 από αυτά τα μαχητικά, πριν από τον Απρίλιο του 1974, με το πρόγραμμα Peace Icarus.

Τα γεγονότα που ακολούθησαν την Κυπριακή τραγωδία, οδήγησαν την Ελλάδα εκτός ΝΑΤΟ και ταυτόχρονα πυροδότησαν ένα σημαντικό εξοπλιστικό πρόγραμμα, το οποίο αφενός ήταν προσανατολισμένο στα οπλικά συστήματα που άρμοζαν στις ανάγκες τις χώρας, αφετέρου στρεφόταν και σε άλλες πηγές πέραν των ΗΠΑ. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αποκτήθηκαν 40 γαλλικά μαχητικά Dassault Mirage F-1CG μεταξύ 1975-1978. Ο τομέας κρούσης ενισχύθηκε σημαντικά, από το 1975, με την παραλαβή 65 αμερικανικών βομβαρδιστικών Vought A-7H Corsair II (60 μονοθέσια A-7H και 5 διθέσια TA-7H) στο διάστημα 1975-1977. 

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, ο στόλος των μαχητικών ισχυροποιήθηκε με την προσθήκη 18 McDonnell Douglas F-4E Phantom II και 8 φωτοαναγνωριστικών McDonnell Douglas RF-4E Phantom II. Το σύνολο αυτό των μαχητικών 2ης γενιάς συμπορεύτηκε με μαχητικά Lockheed F-104G Starfighter και Northrop F-5A/B Freedom Fighter σε όλη αυτή την περίοδο και σήκωσε το βάρος της αναχαίτισης, της τουρκικής προκλητικότητας στο Αιγαίο.

Στον τομέα της εκπαίδευσης, το αειθαλές Lockheed T-33A Silver Star εκτοπίστηκε σε δευτερεύοντες ρόλους από το Rockwell T-2E Buckeye, ενώ ο τομέας των μεταγωγικών αεροσκαφών ενισχύθηκε σημαντικά με την προμήθεια 12 Lockheed C-130H Hercules από μια αρχική παραγγελία 18 αεροσκαφών και 5 βαρέων ελικοπτέρων Boeing Meridiolani CH-47C Chinook. Το κοινωνικό έργο της ΠΑ ενισχύθηκε με την απόκτηση αεροσκαφών γεωργικών εφαρμογών τύπου Grumman Schweizer G.164 AgCat και PZL M-18 Dromader.

Το 1976 συστάθηκε το Σχολείο Όπλων Τακτικής στην 117 Πτέρυγα Μάχης. Ως Κέντρο Αεροπορικής Τακτικής, από το 1983, δοκιμάζει νέα οπλικά συστήματα και τακτικές, συμβάλλοντας σε μέγιστο βαθμό, στην αύξηση της μαχητικής ικανότητας της ΠΑ. Το 1979 η ΠΑ ενέταξε στο στόλο της τα πρώτα RF-4Ε PHANTOM II, τα οποία διατέθηκαν στην 348 Μοίρα Τακτικής Αναγνώρισης.


Τρίτη Γενιά Αεριωθουμένων (1988 – Σήμερα) 

Το σημερινό πρόσωπο της Πολεμικής Αεροπορίας (ΠΑ) άρχισε να διαμορφώνεται στα τέλη της δεκαετίας του 1980, με την είσοδο σε υπηρεσία μαχητικών πολλαπλών ρόλων 3ης γενιάς.

Η αρχή έγινε με την παραλαβή των πρώτων Dassault Mirage 2000 EGM/BGM, τον Απρίλιο του 1988, 40 από τα οποία εξόπλισαν τις 331 και 332 Μοίρες, με κύριο ρόλο την αναχαίτιση. Την επόμενη χρονιά, παραλήφθηκαν 40 μαχητικά F-16C/D Blk30 από τις ΗΠΑ, στo πλαίσιο του προγράμματος Peace Xenia I, τα οποία εξόπλισαν τις 330 και 346 Μοίρες.

Αυτός ο βασικός κορμός μαχητικών 3ης γενιάς ενισχύθηκε μέχρι σήμερα, με σημαντικές παραλαβές επιπλέον αεροσκαφών, όπως 40 F-16C/D Blk50 του προγράμματος Peace Xenia II, που από το 1997 διατέθηκαν στις 341 και 347 Μοίρες. Το 2003, άρχισε η παραλαβή ακόμα 60 αεροσκαφών της έκδοσης F-16C/D Blk52+, τα οποία εξόπλισαν Μοίρες, που άλλαξαν τύπο, όπως οι 337, 340, και 343 Μοίρες. Ο κύκλος παραδόσεων διαφόρων εκδόσεων του F-16 περιλαμβάνει και την παραλαβή 30 F-16C/D Blk52+ Advanced, τα οποία το 2010 εντάχθηκαν στην 335 Μοίρα.

Η περίοδος μετά το 1988, σηματοδότησε την ενίσχυση του στόλου μαχητικών 2ης γενιάς, με την παράδοση 28 F-4E Phantom II SRA (αποσύρθηκαν το 2005) από τις ΗΠΑ και 27 RF-4E Phantom II από τη Γερμανία. Επίσης, σημαντικός αριθμός βομβαρδιστικών A-7E Corsair II προστέθηκε στο δυναμικό της ΠΑ. Μετά από αυτές τις παραλαβές στάθηκε δυνατή η απόσυρση παλαιότερων μαχητικών, όπως τα Republic RF-84F Thunderflash (1991), τα Lockheed F-104G Starfighter (1993) και τα Northrop F-5 Freedom Fighter (2001).

Στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού παλαιότερων τύπων, 38 F-4E Phantom II υποβλήθηκαν στο πρόγραμμα Peace Icarus 2000, ενώ παραλήφθηκαν 10 Dassault Mirage 2000-5 και εκσυγχρονίστηκαν ακόμα 15 αεροσκάφη Dassault Mirage 2000, στο επίπεδο -5.

Ο τομέας των αποστολών υποστήριξης, επίσης, ενισχύθηκε σημαντικά με την παράδοση 12 ελικοπτέρων AS-332C1 Super Puma, 10 πυροσβεστικών Bombardier CL-415, 8 μεταγωγικών C-27J Spartan και 6 αεροσκαφών ναυτικής συνεργασίας Lockheed P-3B Orion, που εκμεταλλεύτηκε επιχειρησιακά το Πολεμικό Ναυτικό. Επίσης, το 2003 αποκτήθηκαν 4 αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης, EMB-145H AEW&C. Σημαντική ήταν η αναβάθμιση της εκπαίδευσης των Ικάρων μετά την απόκτηση 45 εκπαιδευτικών T-6A Texan II, από τις ΗΠΑ.


http://greekworldhistory.blogspot.gr/